Η πρόκληση πυρκαγιάς σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο αποτελεί έναν απο τους κινδύνους, για τους οποίους λαμβάνεται ειδική πρόνοια στα στάδια σχεδίασης, κατασκευής και συντήρησης. Είναι ιδιαίτερα σημαντική και πάντα επίκαιρη η περιγραφή των συνθηκών, υπό τις οποίες οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν την έναρξη φωτιάς, των μέτρων που λαμβάνονται, ώστε να μην υπάρχει επέκταση της φωτιάς και των εξειδικευμένων μέτρων, που λαμβάνονται για ειδικές περιπτώσεις ηλεκτρικών εγκαταστάσεων.
Η ασφάλεια των χρηστών και των εγκαταστάσεων αποτελούν την απόλυτη προτεραιότητα κατά τη σχεδίαση και κατασκευή ηλεκτρικών δικτύων. Σ’ αυτό το πλαίσιο η πρόκληση πυρκαγιάς σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο αποτελεί έναν από τους κινδύνους, για τους οποίους λαμβάνεται ειδική πρόνοια σε επίπεδο ηλεκτρικών προτύπων και νομοθεσίας πυροπροστασίας. Σε κάθε εγκατάσταση θα πρέπει να προβλεφθούν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν φωτιά, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, ώστε να μην υπάρχει επέκταση της φωτιάς μέσω του εξοπλισμού των ηλεκτρικών δικτύων, καθώς επίσης και τα εξειδικευμένα μέτρα, που πρέπει να λαμβάνονται για ειδικές περιπτώσεις ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, όπως είναι οι υποσταθμοί μέσης τάσης.
Τεχνικό και νομοθετικό πλαίσιο
Από τα ηλεκτρικά δίκτυα μπορεί να υπάρξει η εκκίνηση της φωτιάς από σπινθήρα ή ηλεκτρικό τόξο, από ένα σημείο έντονης υπερθέρμανσης ή μία αστοχία ηλεκτρικής συσκευής. Πέραν της έναρξης της φωτιάς, μέρη ενός ηλεκτρικού δικτύου μπορούν να αποτελέσουν καύσιμη ύλη ή και μέσο μεταφοράς της φλόγας. Γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν σαφείς προδιαγραφές και τεχνικές οδηγίες που καθορίζουν το σύνολο των τεχνικών παραμέτρων για τη σχεδίαση και κατασκευή των ηλεκτρικών δικτύων. Στην Ελλάδα ο καθορισμός των μέσων προστασίας των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων βασίζεται στον αντίστοιχο κανονισμό εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων HD384. Αυτός ο κανονισμός καθορίζει τα μέσα προστασίας χρηστών και εγκατάστασης από κινδύνους και σε συνδυασμό με την αντίστοιχη νομοθεσία (**Π.Δ. 71/1988 “Κανονισμός Πυροπροστασίας Κτιρίων” (Φ.Ε.Κ. Α ́32)) δημιουργεί πρακτικά το πλαίσιο, εντός του οποίου σχεδιάζονται και κατασκευάζονται οι εγκαταστάσεις.(**Χ.Ν. (και ο Κ.Π.41/2018)
Το αντικείμενο της προστασίας ηλεκτρικών εγκαταστάσεων έναντι πυρκαγιάς στηρίζεται στην τήρηση των τεχνικών οδηγιών και της νομοθεσίας περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο. Γι’ αυτό το λόγο δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στη σχετική ανάλυση αυτών των προδιαγραφών και παράλληλα δίνονται τεχνικές οδηγίες εφαρμογής, όπως προβλέπονται κατά περίπτωση. Σημειώνεται ότι στο παρόν άρθρο δεν γίνεται γενική αναφορά στις διατάξεις περί πυροπροστασίας των κτιρίων, αλλά στοχευμένα αντιμετωπίζονται τα ζητήματα που αφορούν στα ηλεκτρικά δίκτυα και στις εγκαταστάσεις. Ο κίνδυνος πυρκαγιάς σε σχέση με τα ηλεκτρικά δίκτυα εντοπίζεται εκ των πραγμάτων στα κυκλώματα ισχύος. Οι εγκαταστάσεις δομημένης καλωδίωσης δεν αποτελούν κίνδυνο, εκτός προφανώς των διατάξεων τροφοδότησής τους, που υπάγονται στα δίκτυα ισχυρών ρευμάτων.
Προβλέψεις προτύπου HD384
Το πρότυπο HD384 “Απαιτήσεις για ηλεκτρικές εγκαταστάσεις” έχει όλες τις προβλέψεις που απαιτούνται σήμερα στην Ελλάδα για την ασφαλή λειτουργία των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει αυτός που σχεδιάζει ή κατασκευάζει μία ηλεκτρική εγκατάσταση να έχει γνώση αυτών των προβλέψεων, ώστε να τις εφαρμόζει. Υπάρχει πλήθος αναφορών στην προστασία, που θα πρέπει να παρέχει η εγκατάσταση έναντι πυρκαγιάς. Εκτός των εξειδικευμένων προβλέψεων για την προστασία έναντι πυρκαγιάς, ιδιαίτερης σημα-σίας είναι η επιτυχής προστασία των ηλεκτρικών κυκλωμάτων έναντι βραχυκυκλωμάτων και υπερθέρμανσης καλωδίων.
Τα βραχυκυκλώματα που δεν αντιμετωπίζονται άμεσα και με επιτυχία από τα μέσα προστασίας των ηλεκτρικών κυκλωμάτων είναι η πλέον συνήθης αιτία πυρκαγιάς. Γι’ αυτό το λόγο πάντοτε η προστασία κάθε ηλεκτρικού δικτύου γίνεται προς την πλευρά του δικτύου που τροφοδοτεί το βραχυκύκλωμα με δύο τουλάχιστον μέσα προστασίας για την περίπτωση αστοχίας του ενός. Η επιλογή και διαστασιολόγηση των μέσων προστασίας γίνεται με τη χρήση κατάλληλων λογισμικών, που ενσωματώνουν όλους τους πολύπλοκους υπολογισμούς, που απαιτούνται για την προστασία της ζωής των χρηστών και την αποφυγή πυρκαγιάς. Αυτοί οι υπολογισμοί σε σχέση με την προστασία έναντι πυρκαγιάς εντοπίζονται στο μέγιστο θερμικό ρεύμα των καλωδίων και στη στάθμη του ρεύματος βραχυκύκλωσης. Θα πρέπει τα ηλεκτρικά κυκλώματα να εισαχθούν σε κατάλληλο λογισμικό και από τα αποτελέσματα των υπολογισμών, να προκύψουν τα μέσα προστασίας.

Επίσης, στην 423η παράγραφο “Προστασία από εγκαύματα” γίνεται ειδική αναφορά στις μέγιστες επιτρεπτές επιφανειακές θερμοκρασίες προσιτών μερών του εξοπλισμού που μπορούν να αναπτυχθούν, ώστε να μην προκληθούν εγκαύματα. Αυτές οι θερμοκρασίες προδιαγράφονται στο πρότυπο (πίνακας 42-Α). Αυτή η προδιαγραφή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς καθορίζει τα μέγιστα επιτρεπτά όρια κατά τον έλεγχο με τη χρήση θερμοκάμερας. Εφόσον αυτά δεν ικανοποιούνται, θα πρέπει να γίνεται λειτουργικός έλεγχος του εξοπλισμού, έλεγχος της επάρκειας των συσφίγξεων για τον εντοπισμό ηλεκτρικής ασυνέχειας και εν συνεχεία αντικατάσταση με αύξηση της κατηγορίας.
Στο 527ο κεφάλαιο “Επιλογή και εγκατάσταση για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου εξάπλωσης πυρκαγιάς” γίνονται αναλυτικές προβλέψεις για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται στον ορισμό των πυροδιαμερισμάτων, τη μέθοδο εγκατάστασης καλωδίων ισχύος σε περιπτώσεις ειδικών χώρων υψηλού κινδύνου και την αξιολόγηση της επίδρασης των εξωτερικών συνθηκών στην εγκατάσταση του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού. Η οριοθέτηση πυροδιαμερισμάτων επηρεάζει όλα τα ανοίγματα των χώρων, καθώς αυτά αποτελούν διαδρομή επέκτασης της πυρκαγιάς. Οι πόρτες και τα παράθυρα (κύρια κατηγορία ανοιγμάτων) αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού πυροπροστασίας και δεν αναλύονται στο παρόν άρθρο. Αντίστοιχα, τα ανοίγματα για τη διέλευση ηλεκτρομηχανολογικών δικτύων αναλύονται και θα πρέπει να προστατεύονται. Είναι σύνηθες σφάλμα των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, ιδιαίτερα στο στάδιο της κατασκευής, η μη τήρηση της ακεραιότητας των πυροδιαμερισμάτων. Αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζεται ως εξής:
• Στα σημεία που υπάρχει είσοδος ή έξοδος καλωδίων από έναν τέτοιο χώρο, πρέπει να γίνεται χρήση πυράντοχων υλικών για τη σφράγιση των ανοιγμάτων. Τέτοια υλικά υπάρχουν διαθέσιμα στο εμπόριο.
• Στις περιπτώσεις αεραγωγών θα πρέπει να γίνεται εγκατάσταση διατάξεων για τη διακοπή της ροής αέρα σε περιπτώσεις ενεργοποίησης του συστήματος πυρανίχνευσης (fire dampers).
Τέλος ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ασφαλή, επαρκή και αδιάλειπτη τροφοδότηση των συστημάτων ασφαλείας, που αφορούν στην αντιμετώπιση πυρκαγιάς σε κτίρια. Τέτοια συστήματα προδιαγράφονται ως τα συστήματα πυρανίχνευσης, ο φωτισμός ασφαλείας, τα κυκλώματα πυρόσβεσης κτλ. Η προδιαγραφή αυτής της τροφοδότησης δίνεται στο 56ο κεφάλαιο “Τροφοδοτήσεις για συστήματα ασφαλείας”.
Η βέλτιστη διάταξη τροφοδότησης, ιδιαίτερα σε μεγάλες εγκαταστάσεις, γίνεται μέσω ενός συνδυασμού διατάξεων αδιάλειπτης τροφοδότησης με συσσωρευτές (UPS) και ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος (ΗΖ). Σε περιπτώσεις διακοπής τροφοδότησης από το ηλεκτρικό δίκτυο αποκαθίσταται στιγμιαία η τροφοδότηση μέσω του UPS και αυτή διατηρείται μέχρι την πλήρη ενεργοποίηση του ΗΖ που διαρκεί περίπου 30’’. Κατόπιν η τροφοδότηση γίνεται μέσω του ΗΖ, το οποίο φορτίζει εκ νέου τους συσσωρευτές του UPS που εκφορτίσθηκαν.
Θέματα που προκύπτουν από το πρότυπο HD384
Εκτός των ανωτέρω αναφορών, το πρότυπο HD384 κάνει έμμεση αναφορά για το θέματων πυρκαγιών σε δύο ακόμη θέματα. Η εγκατάσταση διακοπτών διαφορικού ρεύματος (γνωστών και ως αντιηλεκτροπληξιακών) προβλέπονται για την προστασία των χρηστών. Η επιλογή τους προβλέπεται βάσει του ρεύματος ενεργοποίησης στα 30 mA.
Ως ρεύμα ενεργοποίησης ενός διακόπτη διαφορικού ρεύματος ορίζεται το ρεύμα διαρροής προς τη γη μέσω μη ενεργών μεταλλικών μερών. Σημειώνεται ότι αυτή η επιλογή έχει να κάνει με την προστασία των ανθρώπων, όμως εκτός αυτού του ρεύματος ενεργοποίησης υπάρχουν στην αγορά επιλογές για τιμές ίσες με 100 mA και 300 mA. Αυτά τα ρεύματα ενεργοποίησης δεν προστατεύουν επαρκώς τους χρήστες του εξοπλισμού, αλλά προβλέπονται για την αποφυγή πρόκλησης πυρκαγιάς. Ως εκτούτου, ο μελετητής μηχανικός προτείνεται να προβλέπει την εγκατάσταση διακοπτών διαφορικού ρεύματος με μικρή ευαισθησία (τιμές 100 mA ή 300 mA) σε κυκλώματα που δεν απαιτείται προστασία για τους χρήστες (όπως είναι τα κυκλώματα τροφοδότησης υποπινάκων, που ενσωματώνουν αυτή την προστασία).
Με την εγκατάσταση διακοπτών διαφορικού ρεύματος με ρεύμα ενεργοποίησης 300 mA επιτυγχάνεται ταυτόχρονα η προστασία από ρεύματα διαρροής που μπορούν να προκαλέσουν πυρκαγιά και η αποτροπή εσφαλμένων ενεργοποιήσεων λόγω μεγάλης ευαισθησίας (30 mA). Το θέμα των δοκιμών και μετρήσεων επαλήθευσης της ασφαλούς λειτουργίας της εγκατάστασης περιγράφεται στο 6ο κεφάλαιο του προτύπου “Έλεγχος των εγκαταστάσεων”.
Το σύνολο των σχετικών δοκιμών που προβλέπονται οδηγούν σε επαλήθευση της αρτιότητας της εγκατάστασης άρα και αποφυγή πρόκλησης πυρκαγιάς. Αυτές οι δοκιμές προβλέπεται να γίνονται σε σαφή επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα, στο πλαίσιο υποβολής υπεύθυνης δήλωσης εγκαταστάτη, σύμφωνα με τις προβλέψεις της σχετικής νομοθεσίας άρθρο 5 της υ.α. Φ.7.5/1816/88 (Φ.Ε.Κ. Β’470/2004).
Ιδιαίτερα σημαντική μέτρηση που έχει άμεση αποτελεσματικότητα στην πρόληψη σημείων υπερθέρμανσης, άρα και πυρκαγιάς σε μία ηλεκτρική εγκατάσταση, είναι η θερμογράφηση με τη χρήση σχετικού μετρητικού εξοπλισμού (χρήση θερμοκάμερας – IR camera). Ο έλεγχος των ηλεκτρικών πινάκων με τη χρήση θερμοκάμερας είναι το πλέον αποτελεσματικό μέτρο για τον εντοπισμό χαλαρών συνδέσεων, προβληματικού εξοπλισμού και σημείων αυξημένων απωλειών. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εγκατάστασης εντοπίζονται με άμεσο και γρήγορο τρόπο σημεία υπερθέρμανσης και προβληματικός εξοπλισμός που αποτελούν κίνδυνο πρόκλησης πυρκαγιάς.
Σύστημα αντικεραυνικής προστασίας
Η πρόκληση σπινθήρων και ηλεκτρικών τόξων αποτελούν πηγή πρόκλησης πυρκαγιάς. Ένα μη αποδοτικό σύστημα αντικεραυνικής προστασίας μπορεί εκτός από κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή να αποτελέσει και αιτία πυρκαγιάς. Θα πρέπει η σχεδίαση και κατασκευή του συστήματος να εξασφαλίζουν απόλυτη ηλεκτρική συνέχεια για την όδευση του κεραυνικού πλήγματος στη γη. Τυχόν κακοτεχνία οδηγεί στην πρόκληση ηλεκτρικού τόξου και υπό συνθήκες στην πρόκληση πυρκαγιάς. Οι τεχνικές σχεδιαστικές και κατασκευαστικές λεπτομέρειες που οφείλουν να ακολουθούνται σε περιπτώσεις προδιαγράφονται από το πρότυπο ΕΝ62305-3. Σε κάθε περίπτωση η επιτυχία του συστήματος και η χαμηλή αντίσταση γείωσης εξασφαλίζουν την αποφυγή επικίνδυνων ηλεκτρικών τόξων.
Φωτισμός ασφαλείας
Ιδιαίτερα βασικό μέρος της προστασίας ενός κτιρίου για την περίπτωση πυρκαγιάς αποτελεί ο φωτισμός ασφαλείας. Αυτό το σύστημα αποτελείται από ξεχωριστά κυκλώματα και φωτιστικά φωτισμού, που τροφοδοτούνται ταυτόχρονα από το δίκτυο του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. αλλά και από συσσωρευτές. Όταν διακοπεί η τροφοδότηση από το δίκτυο, τότε αυτά τα φωτιστικά ενεργοποιούνται, ώστε να βοηθήσουν τους χρήστες του χώρου να βρουν το δρόμο τους προς την έξοδο. Ο φωτισμός ασφαλείας σχεδιάζεται ανάλογα με τη χρήση και το πλήθος των χρηστών του χώρου:
• Ο φωτισμός ασφαλείας τροφοδοτείται από εφεδρική πηγή ενέργειας (συσσωρευτές), έτσι ώστε να εξασφαλίζεται σε όλα τα σημεία του δαπέδου των οδεύσεων διαφυγής η ελάχιστη τιμή των 10 lux, μετρούμενη στη στάθμη του δαπέδου. Οι συσσωρευτές κατά κανόνα είναι ενσωματωμένοι στο φωτιστικό σώμα. Τα φωτιστικά ασφαλείας τις περισσότερες φορές ενεργοποιούνται μόνο σε περιπτώσεις διακοπής της τροφοδότησης. Υπάρχουν όμως και εναλλακτικές αρχές λειτουργίας, όπως η συνεχής λειτουργία τους σε ονομαστική ή μειωμένη φωτεινότητα, η μετατροπή κανονικών φωτιστικών του συστήματος φωτισμού του χώρου σε ασφαλείας με την ενσωμάτωση συσσωρευτών, κτλ.
• Το σύστημα του φωτισμού ασφαλείας πρέπει να διατηρεί τον προβλεπόμενο φωτισμό για μία διάρκεια προκαθορισμένη από τον κανονισμό, ο οποίος είναι συνήθως 1,5 h, σε περίπτωση διακοπής του κανονικού φωτισμού.
• Η διακοπή του φωτισμού, στη διάρκεια αλλαγής από μία πηγή ενέργειας σε άλλη, πρέπει να είναι ελάχιστη και κατά κανόνα στιγμιαία. Για το παραπάνω σκοπό τα φωτιστικά ασφαλείας εγκαθίστανται επάνω από τις εξόδους διαφυγής και τις σχετικές οδεύσεις. Λόγω της ανάγκης για μεγάλη διάρκεια λειτουργίας από την εφεδρική πηγή πάντοτε χρησιμοποιούνται λαμπτήρες με υψηλή απόδοση (παλαιότερα φθορισμού, πλέον χρήση στοιχείων φωτοδιόδων – LED). Η επιλογή των φωτιστικών αλλά και η χωροθέτησή τους θα πρέπει να γίνεται κατόπιν φωτοτεχνικής μελέτης, ώστε να εξασφαλίζεται η επίτευξη της ελάχιστης απαιτούμενης στάθμης των οδεύσεων διαφυγής (τυπικά ίση με 10 lux). Αυτή η μελέτη γίνεται κατά κανόνα μαζί με τη φωτοτεχνική μελέτη του λειτουργικού συστήματος φωτισμού των χώρων.
Χρήση κατάλληλων καλωδίων
Η επιλογή του τύπου των καλωδίων ενός κτιρίου καθορίζεται από τις απαιτήσεις των φορτίων και τις εξωτερικές συνθήκες που υπάρχουν κατά περίπτωση. Τα τυπικά καλώδια ισχύος δεν έχουν αντοχή σε περιπτώσεις υψηλών θερμοκρασιών. Το πρότυπο που καθορίζει τις απαιτήσεις και τα χαρακτηριστικά των καλωδίων υπό συνθήκες φωτιάς είναι το IEC60331. Τα τυπικά μονωτικά που κατασκευάζονται από PVC αντέχουν σε θερμοκρασίες μέχρι 70 oC και ως εκ τούτου σε περιπτώσεις πυρκαγιάς λιώνουν και είτε ενεργοποιούνται οι προστασίες λόγω βραχυκυκλωμάτων είτε μεταφέρουν την πυρκαγιά λόγω των υψηλών θερμοκρασιών. Για παροχές που θα πρέπει να παρατείνουν τη λειτουργία τους υπό συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών, όπως σε μία πυρκαγιά (κυκλώματα φωτιστικών ασφαλείας, πυροσβεστικά συγκροτήματα, τροφοδότηση και διασύνδεση πυρανίχνευσης κτλ.) γίνεται επιλογή άκαυστων καλωδίων Χ.Τ. ενδεικτικού τύπου ΝΗΧΗΧFE 180/E30, τα οποία έχουν αντοχή σε συνθήκες πυρκαγιάς για 180′ και διατηρούν τη συνέχεια του κυκλώματος για 30′.
Ενσωμάτωση προστασίας στα συστήματα παρακολούθησης
Οι εξελίξεις στον τομέα των έξυπνων κτιρίων παρέχουν ιδιαίτερα μεγάλες δυνατότητες και στον τομέα της επαύξησης της ασφάλειας έναντι πυρκαγιάς. Οι δημιουργοί έξυπνων δικτύων για την παρακολούθηση των παραμέτρων του κτιρίου, στα οποία θα περιλαμβάνονται αισθητήρες εντοπισμού καπνού ή θερμοκρασίας μεγιστοποιούν την προστασία, ελαχιστοποιώντας το χρόνο αντίδρασης. Αυτά τα συστήματα που ενσωματώνουν τον ενεργειακό έλεγχο, τα συστήματα ασφαλείας, τους χειρισμούς συσκευών (BEMS) και την πυροπροστασία μπορούν να εντοπίσουν αμέσως εστία φωτιάς μέσω των αισθητήρων, να απενεργοποιήσουν αμέσως την ηλεκτρική ενέργεια στα αντίστοιχα κυκλώματα,να ενεργοποιήσουν στοχευμένα τα συστήματα πυρόσβεσης και να καλέσουν την Πυροσβεστική Υπηρεσία, εφόσον χρειάζεται. Ακόμη και αυτά τα συστήματα θα πρέπει να είναι κατάλληλα σχεδιασμένα και παραμετροποιημένα κατά περίπτωση, καθώς σε διαφορετική περίπτωση είτε δεν είναι αποτελεσματικά στη λειτουργία τους είτε είναι υπερευαίσθητα και παρακάμπτονται επί της ουσίας από τους χρήστες των χώρων.
http://1epal-serron.ser.sch.gr/yliko/elothd384.pdf




